| ||||||||
|
||||||||
| ||||||||
ΝέαΥπουργείο Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας αντί για «Ναυτιλίας»
30.09.10 Την κατά κάποιο τρόπο επανασύσταση του πρώην Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας αποφάσισε ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου κατά τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης, που ανακοινώθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου και έκρυβε αρκετές εκπλήξεις για τη ναυτιλιακή κοινότητα. Και αυτό, γιατί μετά από έντεκα μήνες έντονων πιέσεων από τη ναυτιλιακή βιομηχανία για επανασύσταση του πρώην Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, η κυβέρνηση προχώρησε μεν στη δημιουργία ενιαίου διοικητικού φορέα για τη ναυτιλία, χωρίς όμως να αποσαφηνίζει τις αρμοδιότητες του νεοσύστατου Υπουργείου. Το αποτέλεσμα ήταν ο νέος υπουργός Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας κ. Γιάννης Διαμαντίδης και η υφυπουργός κυρία Ελπίδα Τσούρη να μην ορκιστούν μαζί με το νέο κυβερνητικό σχήμα. Από την άλλη, δικαιολογημένη ήταν η επιφυλακτικότητα της ναυτιλιακής κοινότητας ως προς τα σχέδια της κυβέρνησης για το νέο Υυπουργείο, καθώς οι τελευταίες εξελίξεις θέλουν τη ναυτιλία να παραμένει διχοτομημένη, με το Λιμενικό Σώμα εκτός Υπουργείου Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας. «Δεν επανασυστήνουμε το Υπουργείο Ναυτιλίας. Δημιουργούμε ένα άλλο υπουργείο, το οποίο θα είναι διαφορετικό», είχε δηλώσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Γιώργος Πεταλωτής, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου. Ο κ. Πεταλωτής παραδέχτηκε ότι η ένταξη του Υπουργείου Ναυτιλίας στο Οικονομίας δεν είχε λειτουργήσει, καθώς τα θέματα της ναυτιλίας «χρειάζονται μια ιδιαίτερη αντιμετώπιση». Ωστόσο, επειδή η κυβέρνηση θεώρησε ότι «το Υπουργείο Ναυτιλίας έτσι όπως λειτουργούσε –και γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά τι γινόταν στο Υπουργείο Ναυτιλίας σε διάφορες φάσεις της ύπαρξής του και πώς λαμβάνονταν οι αποφάσεις εκεί– έπρεπε να καταργηθεί». Έτσι κρίθηκε ότι έπρεπε «να δημιουργηθεί σε άλλη βάση ένα άλλο υπουργείο, που δεν θα έχει καμία σχέση με το παλιό Υπουργείο Ναυτιλίας». Ο κ. Πεταλωτής υπογράμμισε ότι «οι μείζονες αρμοδιότητες είναι ορισμένες και προκαθορισμένες από τον νόμο. Οι επιμέρους αρμοδιότητες επεξεργάζονται και θα τυποποιηθούν νομοτεχνικά, οπότε θα ανακοινωθούν κιόλας». Οι «διευκρινίσεις» για το αν τελικά το Λιμενικό Σώμα θα επανασυνδεόταν με την ποντοπόρο ναυτιλία στο νέο Υπουργείο, ήρθαν πρώτα από τον νέο υπουργό Προστασίας του Πολίτη, κ. Χρήστο Παπουτσή, καθώς ο κ. Διαμαντίδης δήλωνε μέχρι πρότινος άγνοια για τις αρμοδιότητές του. Σύμφωνα με τον κ. Παπουτσή, το Λιμενικό Σώμα θα παραμείνει στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά η ναυτιλιακή πολιτική θα είναι ευθύνη του Υπουργείου Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας. Τόνισε ότι θα υπάρχει συνεργασία μεταξύ των δύο Υπουργείων και ότι το Λ.Σ. θα είναι υπεύθυνο για όλα τα θέματα ασφαλείας που θα αφορούν την ποντοπόρο. Άλλωστε, ο κ. Παπουτσής έχει προχωρήσει στη γρήγορη κατάθεση του νομοσχεδίου για τη σύσταση του αρχηγείου του Λιμενικού Σώματος, νομοσχέδιο που είχε προετοιμάσει ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης όταν το Λιμενικό Σώμα περιήλθε στην αρμοδιότητά του, πριν το καλοκαίρι. Τελικά, σύμφωνα με το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που κατατέθηκε, στο νεοσύστατο Υπουργείο Θαλασσίων Υποθέσεων μεταφέρονται από το Υπουργείο Οικονομίας η γενική γραμματεία Ναυτιλιακής Πολιτικής, η οποία μετονομάζεται σε γενική γραμματεία Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, από το Υπουργείο Υποδομών η διεύθυνση μεταφορών της γενικής γραμματείας Αιγαίου και από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης η γενική διεύθυνση Αλιείας. Επιπλέον, μεταφέρεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η γενική γραμματεία Ναυτιλίας και Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας και μετονομάζεται σε γενική γραμματεία Θαλάσσιας Ασφάλειας. Το Λιμενικό Σώμα παραμένει στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αλλά οι αρμοδιότητές του θα μοιράζονται μεταξύ των δύο Υπουργείων. Το νέο Υπουργείο Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας μπορεί να κατέχει πλέον την έκτη θέση στην κατάταξη των υπουργείων, αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να «κατευνάσει τα πνεύματα». Όπως ήταν αναμενόμενο, ο διαχωρισμός του Λ.Σ. από το νέο Υπουργείο ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τη ναυτιλιακή κοινότητα. Οι διάφορες ενώσεις και ομοσπονδίες άρχισαν να εκδίδουν η μία μετά την άλλη ανακοινώσεις, ζητώντας με δύο λόγια την επανίδρυση του πρώην ΥΕΝ, όχι μόνο ως όνομα, αλλά με όλες του τις αρμοδιότητες ανέπαφες. Η εφοπλιστική κοινότητα αναρωτιέται για τον «πραγματικό λόγο για την τρίτη μέσα σε 11 μήνες ανατροπή του διοικητικού πλαισίου της ναυτιλίας», η οποία και αυτή σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε χωρίς να συμβουλευτεί η κυβέρνηση τους ίδιους τους πλοιοκτήτες. Όπως τονίζει ο κ Θεόδωρος Βενιάμης ως πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών στην επίσημη ανακοίνωση της Ένωσης, το σύνολο της ναυτιλιακής κοινότητας «δεν κατανοεί την εμμονή της πολιτείας να προχωρήσει στη σύσταση ενός νεφελώδους διοικητικού φορέα με άσχετες και αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες». Ειδικότερα, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΕΕ κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: «Το σύνολο της ναυτιλιακής κοινότητας, δεν κατανοεί την εμμονή της πολιτείας να καταργήσει το ιστορικό Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και να προχωρήσει στη σύσταση ενός νεφελώδους διοικητικού φορέα με άσχετες και αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες. Για μας είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν ακόμη πειραματισμό που δημιουργεί μεγάλη δυσλειτουργία και ανασφάλεια. Και αυτό γιατί δεν παρέχει καμία εγγύηση ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις ιδιάζουσες ανάγκες της πρώτης ναυτιλίας του κόσμου, που ως γνωστόν είναι η ελληνική επί τριάντα συναπτά έτη. Είναι, επίσης, ακατανόητοι και άκρως προσβλητικοί για πολλούς οι υπαινιγμοί του κυβερνητικού εκπροσώπου, σύμφωνα με τον οποίο το από οκτώ δεκαετίες δραστηριοποιούμενο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας έχει δήθεν βεβαρημένο και αμαρτωλό παρελθόν. Προφανώς αγνοεί ότι το πρώην Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας είναι ίσως ο μοναδικός φορέας της πολύπαθης δημόσιας διοίκησης, ο οποίος δεν ενεπλάκη σε υποθέσεις διαπλεκόμενων συμφερόντων που ήδη ταλαιπωρούν δεινώς την πατρίδα μας. Αντίθετα, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας συγκροτημένο σε συνεκτικό φορέα διοίκησης και πολιτικής με την επάνδρωση των πολλαπλώς έμπειρων στελεχών του Λιμενικού Σώματος που ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες της ναυτιλίας μας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, είναι ακριβώς αυτό που στήριξε το θαύμα της μεταπολεμικής ναυτιλιακής ανάπτυξης, από την απόκτηση των πρώτων 100 λίμπερτυ μέχρι τον αξιοθαύμαστο σύγχρονο στόλο των 4.000 πλοίων σήμερα. Ποιος είναι, συνεπώς, ο πραγματικός λόγος για την τρίτη μέσα σε 11 μήνες ανατροπή του διοικητικού πλαισίου της ναυτιλίας, που και αυτή σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε χωρίς να ζητηθεί και να αξιοποιηθεί η εμπειρία ενός πολύπλοκου παραγωγικού κλάδου της εθνικής οικονομίας;Όσον αφορά στην αναβάθμιση του νέου Υπουργείου στην ιεραρχία του υπουργικού συμβουλίου, θα είχε ιδιαίτερη σημασία αν η αναβάθμιση αυτή ανταποκρινόταν στο έμπρακτο ενδιαφέρον της πολιτείας για τη ναυτιλία στην εκάστοτε ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική. Και δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι σ’ αυτή την παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία πλήττει βαριά τη χώρα μας, η ναυτιλία εξακολουθεί να βρίσκεται στην παγκόσμια πρωτοπορία και να προσφέρει τα μέγιστα στην εθνική οικονομία. Το μόνο αίτημα στο οποίο θα επιμείνουμε, είναι η επανίδρυση του ιστορικού Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, προκειμένου να επιτευχθεί περαιτέρω και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η σύνδεση της ναυτιλίας με την εθνική οικονομία, και μάλιστα σε περίοδο που καταβάλλεται πράγματι γιγαντιαία και αξιέπαινη προσπάθεια από την κυβέρνηση για να επιτευχθεί ο εκσυγχρονισμός και η ανάπτυξη της πατρίδας μας. Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών έχει αποκλειστικά μία και μόνη επιδίωξη και θέση: να παραμείνει η ελληνική εμπορική ναυτιλία η πρώτη και μεγαλύτερη στον κόσμο, όπως είναι σήμερα, επ’ ωφελεία της ναυτικής κοινότητας και όλης της Ελλάδας». Με τη θέση της ΕΕΕ τάσσεται και η Ελληνική Επιτροπή Ναυτιλιακής Συνεργασίας Λονδίνου (Committee), χαρακτηρίζοντας την απόφαση της κυβέρνησης να μην υπαχθεί το Λιμενικό Σώμα στο νέο Υπουργείο «όχι μόνο λανθασμένη, αλλά και ιδιαίτερα ζημιογόνο». Τονίζει ότι «οι καιροί είναι πολύ κρίσιμοι για τη χώρα μας και δεν επιτρέπουν πειραματισμούς στον τόσο ζωτικό για την οικονομία της τομέα της Εμπορικής Ναυτιλίας». Επίσης προσθέτει: «η προ 11μήνου αιφνίδια μετάταξη του Λιμενικού στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, η κατάτμηση των υπηρεσιών του σε συνδυασμό με τη διάλυση και διασπορά των αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας είχαν πολύ αρνητικές επιπτώσεις για το εθνικό νηολόγιο, τη ναυτιλία και τη χώρα γενικότερα. Είναι επιτακτική ανάγκη το νέο Υπουργείο να υποστηριχτεί με την ένταξη σ’ αυτό του υπάρχοντος έμπειρου και επιτυχημένου Λιμενικού Σώματος. Η ενέργεια αυτή είναι αναγκαία για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης για πρόοδο και ανάπτυξη, που εκτός των άλλων, απαιτεί συσπείρωση και υποστήριξη κάθε καλής και επιτυχούς υπηρεσίας». Με τις απόψεις των πλοιοκτητικών ενώσεων συμφωνεί απόλυτα και ο κ. Γιώργος Γράτσος, πρόεδρος του Ναυτικού Επιμελητήριου Ελλάδος. Ο κ. Γράτσος εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του ως προς τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου «για αμαρτωλό παρελθόν του πρώην ΥΕΝ» και για το γεγονός ότι η κυβέρνηση για ακόμα μια φορά δεν συμβουλεύτηκε «τους θεσμοθετημένους κοινωνικούς εταίρους». Υπογράμμισε ότι «το ΝΕΕ θεωρεί ότι για ν’ ανταποκριθεί το νέο Υπουργείο αποτελεσματικά στους λεπτούς χειρισμούς τόσο των εσωτερικών όσο και των διεθνών θεμάτων, είναι ανάγκη να στελεχωθεί και πάλι από το Λιμενικό Σώμα, δεδομένου ότι στη δύναμή του υπάρχουν στελέχη με επιστημονική κατάρτιση και ναυτιλιακή γνώση –πολλοί εκ των οποίων έχουν υπηρετήσει ως αξιωματικοί στα εμπορικά πλοία, μακροχρόνια εμπειρία και διεθνή κουλτούρα, στοιχεία απαραίτητα για μία υπηρεσία που το σημαντικό της έργο αφορά τις διεθνείς σχέσεις στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών». Την ανασύσταση του πρώην ΥΕΝ ζητά και η Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία τονίζοντας ότι οι κατ’ επανάληψη πειραματισμοί της κυβέρνησης με το εν λόγω Υπουργείο έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην προσέλκυση και παραμονή νέων στο ναυτικό επάγγελμα, πράγμα επικίνδυνο σε μια εποχή που «η δεξαμενή του έμψυχου δυναμικού έχει στερέψει επικίνδυνα». Υπουργός Γιάννης Διαμαντίδης, βουλευτής Β’ Πειραιά Γεννήθηκε στη Νίκαια το 1948. Πατέρας του ήταν ο αλησμόνητος Δημήτρης Διαμαντίδης, ο οποίος υπήρξε επί ολόκληρες δεκαετίες βουλευτής της Β’ περιφέρειας Πειραιά, με έντονη αγωνιστική δράση. Ο Γιάννης Διαμαντίδης τελείωσε το Γυμνάσιο Νικαίας και μετά φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Πάλεψε μέσα στις τάξεις της ΕΔΗΝ πριν από τη δικτατορία και πήρε μέρος στους αγώνες της σπουδάζουσας νεολαίας για την κατοχύρωση του 15% για την παιδεία. Στην περίοδο της δικτατορίας, ήταν παρών στα γεγονότα της Νομικής τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1973, καθώς και στην εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Ο Γιάννης Διαμαντίδης εκλέγεται συνεχώς βουλευτής Β’ Πειραιά από το 1989 και αναπτύσσει έντονη δράση μέσα και έξω από το κοινοβούλιο. Σήμερα, είναι πρόεδρος της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, στην οποία υπάγονται θέματα των Υπουργείων Πολιτισμού, Αθλητισμού, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Επίσης, είναι πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Ελλάδας-Βραζιλίας, ενώ έχει διατελέσει και πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Φιλίας με τις χώρες της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής και της Κούβας. Είναι μέλος της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος στην περίοδο 1994-96, και γραμματέας της Ειδικής Επιτροπής επί του Απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους. Είναι, επίσης, μέλος της Κοινοβουλευτικής Αντιπροσωπείας της Βορειοατλαντικής Συνέλευσης και συμμετέχει παράλληλα στην Αντιπροσωπεία της Βουλής στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είναι παντρεμένος με την Αλέκα Σεβαστού και έχει τρία παιδιά, τον Βασίλη, τον Δημήτρη και τον Κωνσταντίνο. Υφυπουργός Ελπίδα Τσουρή Γεννήθηκε στη Χίο το 1961. Είναι μητέρα τριών παιδιών, του Θοδωρή, της Δέσποινας και της Στεφανίας. Μετά τις σπουδές της στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης έζησε και εργάστηκε στη Χίο ως συμβολαιογράφος. Ήταν η πρώτη γυναίκα που εξελέγη από το 1994 νομαρχιακή σύμβουλος της Χίου. Εκλέχτηκε μάλιστα δύο φορές, το 1994 και το 1998. Υπήρξε πρόεδρος και διευθύντρια της τοπικής εφημερίδας και του ραδιοφωνικού σταθμού «Δημοκρατική». Διετέλεσε γενική γραμματέας του Ναυτικού Ομίλου Χίου. Η πολιτική μπήκε στη ζωή της από τα παιδικά της ακόμα χρόνια, καθώς ο πατέρας της, Στέφανος Τσουρής, διετέλεσε δήμαρχος Χίου από το 1975 έως το 1978, ενώ υπήρξε και υποψήφιος βουλευτής του ΠαΣοΚ το 1974 και το 1981. Στις εκλογές του Απριλίου 2000 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χίου. Τον Οκτώβριο του 2001, στο έκτο Συνέδριο του ΠαΣοΚ, εξελέγη μέλος της Κ.Ε. του Κινήματος. Από τον Οκτώβριο του 2001 ανέλαβε υφυπουργός Υγείας και Πρόνοιας και το καλοκαίρι του 2005 ανέλαβε γραμματέας της Επιτροπής Εμπορικής Ναυτιλίας του ΠαΣοΚ. Εξελέγη πάλι βουλευτής του νομού Χίου το 2004 και το 2007.
|
| |||||||